Αριστοτέλης: Η ελάχιστη αρχική απόκλιση από την αλήθεια πολλαπλασιάζεται στη συνέχεια χιλιάδες φορές ---- Κικέρωνας: Ο χρόνος είναι ο κήρυκας της αλήθειας ---- Πίνδαρος: Ν’ ακονίζεις τα λόγια σου στο ακόνι της αλήθειας ---- Σοφοκλής: Το ψεύδος ουδέποτε ζει να γεράσει ---- Πυθαγόρας: Το να αποσιωπάς την αλήθεια είναι σα να θάβεις το χρυσάφι ---- Χίλων: Κάμε κτήμα σου την αλήθεια

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2012

Η προδοσία και η πίστη









Από μικρό μου άρεσαν οι παρελάσεις. Μου άρεσε το τράνταγμα στο πεζοδρόμιο που γεννούσαν οι ερπύστριες, μου άρεσαν τα πηλίκια των ευέλπιδων με το κόκκινο λοφίο, μου άρεσαν τα γαντοφορεμένα χέρια τους που κινούνταν λες και ήταν μόνον δύο, μου άρεσαν οι αξιωματικοί που έφερναν τη σπάθα τους στη μύτη αποδίδοντας τιμές στους επισήμους. Μα πιο πολύ απ' όλα μου άρεσε στην μπάντα εκείνος που ήταν μπροστά, ο μαέστρος, που δεν κράταγε μουσικό όργανο, μόνο είχε εκείνο το όμορφο μεταλλικό ραβδί με τη φούντα και το κορδόνι. Το έφερνε βόλτες πάνω από το κεφάλι του, το έφερνε βόλτες γύρω από τον κορμό του, έκανε κόλπα μ' αυτό το ραβδί το γυαλιστερό και πάντα με το ένα χέρι. Όταν ήθελε ν' αλλάξει χέρι το έκανε στον αέρα, ούτε μια στιγμή δεν το ακουμπούσαν και τα δυό του χέρια ταυτόχρονα. Κι έρχονταν οι στιγμές αποθέωσης στα μάτια μου, καμιά δεκαριά φορές μόνον σ' όλη τη διάρκεια της παρέλασης, που το ισορροπούσε στο δείκτη, προχώραγε με βήμα στρατιωτικό όπως όλη η μπάντα του, έχοντάς το πάντα σε ισορροπία πάνω στο δείκτη, περίμενε να του φωνάξει ο κόσμος "Πέτα το! Πέτα το!", του έδινε μια αριστοτεχνική φόρα, το ραβδί απογειωνότανε, έκανε 2-3 διαμήκεις περιστροφές και καθώς έπεφτε το άρπαζε από τη μέση και συνέχιζε να προχωράει, στριφογυρνώντας το.
 Ήταν τρεις τέσσερεις οι μπάντες που περνούσαν, όχι μία όπως σήμερα που στέκεται απέναντι από τους επίσημους. Στο ένα αυτί μου έσβηνε η μπάντα που είχε περάσει, στο άλλο δυνάμωνε αυτή που ερχόταν. Κι εγώ ανάμεσα.
Ο άριστος ήταν αυτός του Γ' Σώματος Στρατού, δεν το έπιανε ο μάγκας από τη μέση, ήταν τέτοια η μαστοριά του που το ραβδί μετά τις περιστροφές του στον αέρα προσγειωνότανε πάλι πάνω στο δείκτη σε θέση ισορροπίας. Θεϊκός...
Γύρναγα στο σπίτι και προσπαθούσα να κάνω το ίδιο με το σκουπόξυλο. Όλο και κάτι έσπαγε. Ο μπαμπάς μου έλεγε "Δεν πειράζει, είναι που έχει και τη σκούπα στην άκρη και δεν κάνει ισορροπία".
Αυτόν τον θαύμαζα, αγαπούσα όμως το μαέστρο του Παπάφειου. Είχε τα ορφανάκια μαζί του. Δεν ισορροπούσε το ραβδί στο δάχτυλο όταν κατέβαινε μετά το πέταγμα. Τον αγαπούσα όπως περισσότερο απ' όλους.
Πέρασαν τα χρόνια, έμαθα γιατί γινόταν οι παρελάσεις, νομίζω έμαθα και να τιμώ.

Φέτος η παρέλαση στην Αθήνα δεν μου άρεσε. Δεν είχε μηχανοκίνητα, δεν τρανταζόταν ο δρόμος από τις επρύστριες. Κι η μπάντα ήταν μία, από χρόνια είναι μία. Και το ραβδί δεν το πετάει πια ο μαέστρος. Μια μικρούλα μπακέτα κρατάει όλο κι όλο. Κανείς δεν του φωνάζει "Πέτα το!".
Φέτος η παρέλαση δεν είχε κι επίσημους. Σκύβαλα είχε. Απομεινάρια από το κοσκίνισμα της πολιτικής. Αυτηνής που κανονικά θα έπρεπε να χαράζει μέλλον καλύτερο. Σκουπίδια. Ανάμεσά τους όλο και κάποιος κόκκος σταριού που ξέμεινε από το κοσκίνισμα. Γουμάρια. Το κατακάθι της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Χωρίς ιδανικά, χωρίς ανθρωπιά Αν είχες τη δυνατότητα με φυγοκέντριση να ξεχωρίσεις τους ανθρώπους με αξιοπρέπεια, ιδανικά, τιμιότητα, καθαρότητα σκέψης, ελευθερία βούλησης, στον φυγοκεντρητή θα σου έμενε σαν κατακάθι αυτοί.
Φτηνοί γόνοι πλούσιων οικογενειών, προϊόντα κομματικού σωλήνα -ίσως φτωχικής καταγωγής- που φυσικά βρήκαν τον δρόμο τους προς την άνετη ζωή, προς την επιτυχία.
Κάποτε είχα ακούσει ότι όποιος ντρέπεται ή θέλει να κρύψει το παρόν του, μιλάει για το παρελθόν του. Έτσι είναι, στα δύσκολά τους, οι περισσότεροι θυμήθηκαν από ποια γειτονιά ξεκίνησαν, από ποια λαϊκή συνοικία, θυμήθηκαν το επάγγελμα του πατέρα τους, τα δύσκολα παιδικά τους χρόνια. Κι όλοι ρε παιδί μου, ένα μυστήριο πράγμα, καλοπαντρεύτηκαν. Όλοι πήραν πλούσιες γυναίκες.
Φέτος ντράπηκα στην παρέλαση. Τσολιάδες, ευζωνάκια  -ένα από αυτά είχε δακρύσει στο φυλάκιό του πριν από καιρό από τα δακρυγόνα κι όμως δεν το κούνησε από τη θέση του- πέρασαν μπροστά από απόγονους ή μιμητές των γερμανοτσολιάδων. Και η ειρωνία ήταν πάλι εκεί... Οι τσολιάδες φόραγαν τα άσπρα της παλληκαριάς κι οι γερμανοτσολιάδες τα σκούρα του θρασύδειλου. Όπως τότε...
Φέτος στην παρέλαση ο Κολοκοτρώνης κι ο Νικηταράς βρήκαν επιτέλους τη θέση τους. Για μια ακόμα φορά κάγκελα τους χώριζαν από την εξουσία, την αρχή, τη διοίκηση του κράτους. Μαζί με τους πολλούς, μακριά από τους λίγους που αποφάσιζαν τις τύχες τους. Όπως τότε...
Όπως όλα τα τελευταία χρόνια ξανά μου έδειξαν ότι με φοβούνται. Μα γιατί να με φοβούνται; Δεν λένε όπου σταθούν κι όπου βρεθούν ότι η σιωπηλή πλειοψηφία των πολιτών, της κοινωνίας, επικροτεί τις αποφάσεις τους για τη σωτηρία της χώρας; Να μη σου πω ότι η σιωπηρή πλειοψηφία στην κοινωνία ζητάει και άλλα μέτρα. Τα δικά τους.

Κρύφτηκαν πίσω από τις ασπίδες των ΜΑΤ και μέσα από το plexiglass παρακολούθησαν την παρέλασή τους, "τίμησαν" το γεγονός που εορταζόταν. Πίσω από τα plexiglass, πίσω από τα κάγκελα. Είναι ειρωνία, αλλά από τη μια μεριά του κάγκελου ήταν οι πολλοί κι από την άλλη οι λίγοι. Όπως ακριβώς οι φυλακές, οι λίγοι είναι από τη μια μεριά, οι φυλακισμένοι κι από την άλλη οι πολλοί, οι ελεύθεροι. Να κάνανε άραγε πρόβα; Σκηνή από το μέλλον;
Πρόβατα κανονικά που φοβότανε τον κακό το λύκο και μάζεψαν τα τσομπανόσκυλα γύρω τους για να τους φυλάνε. Πρόβατα και προβατίνες φυσικά.

Ήταν ένα όμορφο κάδρο, μια εικόνα, έτσι όπως ήταν μαζεμένοι. Ο ασπρομάλλης δανειστής του Αντρέα που σε μια κίνηση καλής θέλησης παραιτήθηκε των 300.000 που έβγαζε το χρόνο ως διακοσμητικό στο σαλόνι της δημοκρατίας -φυσικά συνεχίζει να τρώει, να πίνει και να κοιμάται τζάμπα-, ο ιθύνων νους του νόμου που κρατάει τα σκύβαλα στο ποινικό απυρόβλητο -συνταγματολόγος, καθηγητής, φτωχόπαιδο, πλουσιοπαντρεμένος, καθηγητής στο άψε σβήσε-, ο κ. πρύτανης -αφεντικό σε ιδιωτικό σχολείο το οποίο πρέπει να ελέγχει και ως υπουργός-, ο αποτυχημένος μηχανικός -επιτυχημένος στην υπακονή, παρατρεχάμενος των αγορών, ο άνθρωπος που έβαλε την Ελλάδα με αποδεδειγμένα άτιμο τρόπο στο Ευρώ-, ο κλαυσίγελος των φαρμακευτικών εταιριών -κλαίει για τα συμφέροντά τους, γελάνε αυτές μαζί του-, ο προστάτης των πολιτών αφεντικό των τσομπανόσκυλων -αυτός που για κανά χρόνο ανέπτυσσε την τρύπα στο νερό- και άλλοι πολλοί, κηπουροί, υδραυλικοί, δεν_διάβασα_τι_υπέγραψα, ήταν_μεγάλη_η_πίεση_από_το_κόμμα, δεν_ψήφισα_το_μνημόνιο_αλλά_επειδή_είμαι_πρόβατο_της_πλάκας_και_γλύφτης_ψήφισα_τον_νόμο_που_το_εφαρμόζει και άλλοι πολλοί.

Χρόνια πολλά, σε παγκόσμιο επίπεδο στηνότανε το σκηνικό. Ρίχνω πλαστικό χρήμα για να καλυφτούν οι ανάγκες που γέννησα κυρίως με την τηλεόραση, στήνω το τραπεζικό μου σύστημα γι' αυτό το σκοπό, καταργώ την πρωτογενή παραγωγή με επιδότηση καταστροφής του προϊόντος, κάνω τα στραβά μάτια όταν ο "πονηρός" αγρότης δεν καλλιεργεί καν αλλά εισπράττει την επιδότηση, εισάγω τα προϊόντα που δεν παράγονται πλέον από εκεί που είναι πολύ χαμηλότερο το κόστος παραγωγής, το πουλάω λίγο ακριβότερα έχοντας αλλάξει 3-4 φορές χέρια το προϊόν, φτιάχνω τον μύθο του μεσάζοντα και μόλις το σύστημα δουλεύει στο full και συμμετέχουν σ' αυτό κοινωνίες ολόκληρες, τραβάω το χαλί κάτω από τα πόδια τους. Τόσο απλό.
Πώς μπορώ να το πετύχω αυτό; Το μόνο που μου χρειάζεται είναι να βρω άτομα μειωμένης ηθικής, να τα γαλουχήσω σύμφωνα με το παραπάνω πλάνο, σιγά σιγά να τα παρουσιάσω στο ευρύ κοινό, να τα τοποθετήσω στις θέσεις που θέλω εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι τους κρατάω όλους με χαρτιά -κανένας δεν μου ανθίσταται λοιπόν- και την κατάλληλη χρονική στιγμή να τα απογειώσω. Τόσο απλό.
Τι μου χρειάζεται όμως για να μη φαίνομαι απ' ευθείας εγώ; Μα τι άλλο. Τα μέσα ενημέρωσης. Πώς μπορώ να τα γιγαντώσω; Μα, ξαναβρίσκοντας μειωμένης ηθικής άτομα και δίνοντάς τους ένα αρχικό κεφάλαιο να στήσουν το μαγαζί. Στο δρόμο, στημένες παλιές οικογένειες, που μοιράζονται μαζί μου την αγωνία να εξουσιάσω τον κόσμο, γίνονται συνεταίροι στα μέσα ενημέρωσης. Τόσο απλό.
Είναι τόσο προφανές πια. Ελέγχω πρώτα τον κόσμο, του τα λέω όπως θέλω μέσα από τα μέσα ενημέρωσης, κερδίζω την εμπιστοσύνη του, μετά λέω στον πολιτικό, αν θες να πας μπροστά παιδί μου μόνο εγώ μπορώ να σε προβάλλω. Όταν πας μπροστά θα μου δώσεις γι' αντάλλαγμα αυτό κι αυτό. Τόσο απλό.

Πενήντα εξήντα χρόνια τώρα, ξεδιάντροπα όμως, έγιναν όλα χρήμα. Όλα αποτιμήθηκαν σε χρήμα. Όλα ανεξαιρέτως και για όλους μας ανεξαιρέτως. Δεν υπήρξε ούτε μία ανεξαιρέτως πολιτική εξαγγελία, θετική ή αρνητική για τον πολίτη που να μην είχε οικονομικό αντάλλαγμα.
Το σύστημα των εξουσιών συνεργάστηκε άψογα. Έπρεπε να είναι προφυλαγμένο, όταν θα ερχόταν η στραβή να μη βγει στη σέντρα. Νομοθέτησε πρώτα για την ευθύνη των υπουργών, άφησε τη δικαστική εξουσία απλώς να διερευνά και στη συνέχεια να παραπέμπει πίσω, στους βουλευτές και στους άλλους υπουργούς, δηλαδή κάποιος εγκληματεί και μετά τον στέλνω στους ομοίους του να τον κρίνουν. Άρα η δικαστική εξουσία έκανε τη δουλειά της. Η μπάλα έμπαινε στο γήπεδο των πολιτικών και τα πράγματα εκεί ήταν απλά. Άμα βγάλεις τα δικά μου στη φόρα, θα βγάλω κι εγώ τα δικά σου. Τόσο απλό. Κι ο πολίτης; Ο πολίτης λοιπόν άκουγε δύο ή τρία ή τέσσερα πορίσματα, άμα έκαιγε και πολύ το πράγμα γινότανε και κανένα μπραφ με την Τουρκία ή έσκαγε κανά γκαζάκι ή ο τρίτος πόλος της εξουσίας τα έκανε γυαλιά καρφιά. Πώς είναι το κάθε καρυδιάς καρύδι, έτσι είναι και τα πορίσματα, ο καθένας το δικό του. Και για κοίτα βρε παιδί μου ένα μυστήριο πράγμα, όλοι αυτοί οι διασπασμένοι και με διαφορετικές απόψεις και πορίσματα γινόταν ένα άμα ήταν για εξοπλιστικά προγράμματα ή άμα ήταν για κανά μνημόνιο.
Δεν πειράζει όμως. Μου ζήτησαν συγνώμη που τα έκαναν έτσι. Αυτό είναι. Συγνώμη και καθαρίσαμε. Είμαστε ξανά παρθένες και σαν παρθένες μπορούμε να ξαναμιλήσουμε για την αγνότητά μας. Είναι μια άποψη κι αυτή. Άποψη όμως, όχι παρθένα...

Καμιά φορά, ξέρουν τα μαγειράκια, άμα τον πουρέ τον κάνεις χειροποίητο, ξεφεύγει κανά κομματάκι πατάτα και δεν γίνεται πουρές. Αυτό είναι το μοναδικό που δεν μπορεί να ελέγξουνε. Προσπαθούν απλώς να το συνθλίψουν με γκλομπ και δακρυγόνα και τρομοκρατία και απαγόρευση.
Αυτό το κομματάκι λοιπόν της πατάτας είναι ένα κομματάκι μυαλό κι ένα κομματάκι καρδιά. Αυτό που ξέφυγε από την πολτοποίηση των μέσων ενημέρωσης και των υπολογιστών.

Μίλησαν ότι είμαστε σε πόλεμο κι αυτό, ίσως, είναι το μόνο αληθινό που είπανε. Το ότι βέβαια αυτοί είναι με την μεριά των άλλων δεν το είπανε, το δείξανε. "Θέλει η πουτάνα να κρυφτεί κι η χαρά δεν την αφήνει" ένα πράγμα.
Κανένας όμως, κανένας, ΚΑΝΕΝΑΣ, που είναι σε οικονομικό πόλεμο δεν χαρίζει το χρυσάφι του, δεν δίνει τα υπάρχοντά του.
Αυτό ήταν και το λάθος στο χειρισμό τους. Από τη μια τα ανούσια και κακόηχα επαναλαμβανόμενα διλήμματά τους που δεν οδήγησαν πουθενά. Το αντίθετο. Κουράσανε και πεισμώσανε. Από την άλλη η συγκάλυψη των σκανδάλων. Ναι, εντάξει, η Siemens μίζωνε, ναι τα βρήκαμε και στην ποινή της (περίπου το 10% των υπερβάσεών της στο δημόσιο χρήμα), βρήκαμε και σε τι μορφή θα τα πάρουμε, άρα έχουμε το πτώμα, έχουμε το κίνητρο, έχουμε και τον ένοχο. Το χεράκι όμως που υπέγραφε δεν το βρήκαμε, ε; Αν το χεράκι δεν έβαζε την υπογραφή του δεν θα υπήρχε ούτε πτώμα, ούτε ένοχος. Κίνητρο πάντα θα υπάρχει. Είναι δε πολύ πιθανό το ίδιο χεράκι, είτε το αριστερό είτε το δεξιό, να έχει υπογράψει και αποφάσεις για υπέρμετρη φορολόγηση.
Θεώρησαν ότι κοροϊδεύοντας τον κόσμο θα κέρδιζαν τον απαραίτητο χρόνο για να ξανασταθούν τα σκύβαλα στα πόδια τους και να διατηρήσουν την "εξουσία". Μια "εξουσία" που μόνον δικιά τους δεν είναι. Τόσο αναξιοπρεπείς ώστε να δέχονται από τη μια με περηφάνεια ότι είναι υπουργοί κι από την άλλη στην πράξη να ελέγχονται από έναν ξένο, ο οποίος σε μερικές περιπτώσεις είναι στο διπλανό γραφείο τους. Ο ορισμός του ανίκανου.
Όσο χρόνο και να κερδίσουν όμως, στα πόδια τους δεν μπορούν να σταθούν κι αν σταθούν και πάλι δεν θα είναι για πολύ. Όσο και να σε πιστεύει, ό,τι και να περιμένει ότι θα απολάβει κάποιος όταν βλέπει  ότι ο κόπος του είναι μάταιος, όταν συνειδητοποιεί ότι πρέπει να στερήσει από τα παιδιά του βασικά αγαθά, όταν βλέπει ότι η αμοιβή στην εργασία του δεν είναι ανάλογη του παραγόμενου και του κόπου του, αλλά ένα απλό επίδομα, με μαθηματική ακρίβεια θα γίνει ο χειρότερος πολέμιός σου, ο χειρότερος αντίπαλος. Αυτό παθαίνει ο άνθρωπος όταν νοιώσει προδομένος, όταν αισθανθεί ότι τον κοροϊδεύουν και τον φτύνουν κατάμουτρα, ειδικά άτομα που έχουν εξασφαλίσει τον εαυτό τους και τις οικογένειές τους.

Αυτός ο συρφετός μαριονετών σήμερα, μετά τη συγνώμη του, έρχεται ως λευκή περιστερά και μου λέει πίσω από τα plexiglass "Μην ανησυχείς, εμπιστεύσουμε με, θα κάνω το καλύτερο δυνατό για την πατρίδα, για σένα και για τα παιδιά σου". Μια χαζή ερώτηση "Και γιατί δεν τα έκανες από τότε που τα έλεγες και στο μπαμπά μου;".
Ακόμα και στο βιολογικό καθαρισμό των λυμάτων, υπάρχει κάτι που δεν καθαρίζεταi και αποβάλλεται. Κι αυτός ο εξαγνισμός στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ έχει γίνει πια πολλές φορές, τόσες που έχει βρωμίσει κι η ίδια η κολυμβήθρα.

Προδότες κι έμπιστοι πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν. Γιατί ακόμα κι ο προδότης σε κάτι πιστεύει, απλώς αυτό στο οποίο πιστεύει δεν είναι ίδιο με των άλλων. Πιστεύει όμως. Όπως ο μωαμεθανός κι ο χριστιανός. Και ο ένας και ο άλλος πιστεύουν, απλώς δεν πιστεύουν στο ίδιο.
Έχοντας, τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά, καταρρεύσει ο κοινωνικός ιστός, το μόνο που απομένει είναι η ψυχρή λογική στον πόλεμο. Να τον αποφύγεις δεν μπορείς, όσα και να πληρώσεις δεν μπορείς, εκτός κι αν είσαι στην ομάδα του κυκλώματος, είτε ως υπαλληλίσκος είτε ως τοπικός προϊστάμενος. Αυτό που περιμένουν οι ευρωπαίοι, αν όχι όλος ο κόσμος, από τους έλληνες είναι να δουν το πώς θα πολεμήσουμε. Από την αρχαιότητα διδάσκονταν από τους έλληνες την τέχνη του πολέμου, πάντα, του αδύνατου απέναντι στον δυνατό.
Κι η τέχνη αυτή πάντα στηριζόταν στο ελεύθερο φρόνημα και στην ελεύθερη βούληση. Αυτά είναι τα δύο "μαγικά" μας φίλτρα. Αυτά, ευτυχώς, ο καθένας μας μέσα στη μοναξιά του, στη μιζέρια του, στην αξιοπρέπειά του και το δικό του μυαλό, δεν τα εκχωρήσαμε.
Μικρές κινήσεις ανασύστασης του κοινωνικού ιστού γίνονται και γίνονται από "άγνωστους" ανθρώπους, που δεν "παίζονται" στα μέσα ενημέρωσης και γίνονται γιατί πιστεύουν ακόμα στα θαύματα. Και το θαύμα γίνεται μόνον αν πιστεύεις, είτε στο "σωστό" πιστεύεις είτε στο "λάθος".
Και στο κάτω κάτω της γραφής, το πραγματικό θαύμα είναι η πίστη στο στόχο. Αυτό που φαντάζει αδύνατο, να γίνει στόχος να γίνει δυνατό, τότε αυτό είναι το θαύμα, η πίστη στην επίτευξη του στόχου.
Πόσους άραγε στόχους έχω, εκτός από το να ζήσω σαν άνθρωπος ανάμεσα σε ανθρώπους;