Αριστοτέλης: Η ελάχιστη αρχική απόκλιση από την αλήθεια πολλαπλασιάζεται στη συνέχεια χιλιάδες φορές ---- Κικέρωνας: Ο χρόνος είναι ο κήρυκας της αλήθειας ---- Πίνδαρος: Ν’ ακονίζεις τα λόγια σου στο ακόνι της αλήθειας ---- Σοφοκλής: Το ψεύδος ουδέποτε ζει να γεράσει ---- Πυθαγόρας: Το να αποσιωπάς την αλήθεια είναι σα να θάβεις το χρυσάφι ---- Χίλων: Κάμε κτήμα σου την αλήθεια

Σάββατο, 27 Αυγούστου 2011

Χαμογελώντας







Η απίστευτη δύναμη της αυθυποβολής, ασυνείδητη μερικές φορές, είναι ίσως το κλειδί στην παγκόσμια κατάθλιψη εξαιτίας της κρίσης. Όσο πιο πολύ φοβάσαι τις σκιές και το σκέφτεσαι τόσο πιο συχνά τις βλέπεις, όσο πιο πολύ φοβάσαι το σκοτάδι και το σκέφτεσαι τόσο πιο γρήγορα νυχτώνει, όσο πιο πολύ φοβάσαι το βλέμμα του άλλου και το σκέφτεσαι τόσο πιο άγριο σου φαίνεται, όσο πιο πολύ φοβάσαι μην προδοθείς και το σκέφτεσαι τόσο συχνότερα προδίδεσαι, όσο πιο πολύ φοβάσαι τη φτώχεια και το σκέφτεσαι τόσο φτωχότερος γίνεσαι. Τι είναι τελικά αληθινό και πόσο;
Καθημερινός βομβαρδισμός από κακά νέα, καθημερινές αναλύσεις για οικονομικά θέματα, εκεί εστίασαν την κρίση και την προσοχή μας, ατέλειωτες ώρες συζητήσεων στα καφενεία, παραλίες, γραφεία, σπίτια, με το ίδιο θέμα.

Στο ένα χέρι κρατάς το καλάθι της πραγματικότητας. Τι περιέχει; "Δεν μου φτάνουν τα χρήματα για να ζήσω", "Είμαι πεπεισμένος ότι η κρίση είναι τεχνητή", "Ξέρω ότι δεν υπάρχει δανειστής που συνολικά να του χρωστάει ο πλανήτης τόσα τρις", "Ξέρω πια ότι τα μετά το '80 χρόνια, ήταν χρόνια μιας επίπλαστης ευδαιμονίας".
Στο άλλο χέρι κρατάς το καλάθι των ερωτημάτων. Τι περιέχει; "Και τώρα;", "Τι μπορώ να κάνω;", "Πώς θα τα βγάλω πέρα;", "Να μείνω ή να φύγω;", "Να ζητήσω βοήθεια κι από πού;".
Τα δυο καλάθια δεν είναι ισοβαρή. Προς τη μια ή την άλλη πλευρά γέρνεις. Μάλλον γέρνουμε στην πλευρά που είναι το καλάθι με τα ερωτήματα.

Σήμερα συμπληρώνονται 89 χρόνια ακριβώς, από την ημέρα που ο τακτικός τούρκικος στρατός μπήκε στη Σμύρνη. Τι καλάθια άραγε κουβαλούσαν οι ευδαίμονες έλληνες (οι αρμένιοι της Σμύρνης είχαν ήδη σφαγιαστεί  ή συλληφθεί τις προηγούμενες ημέρες από τους άτακτους τσέτες) στην προκυμαία; Ποιά καλάθια, σε σχέση με τα δύο παραπάνω, φόρτωσαν -όσοι πρόλαβαν- εκείνες τις μέρες και έφεραν μαζί τους στον Πειραιά;
Το ένα είναι σίγουρο, είναι το καλάθι της πραγματικότητάς τους. Ήξεραν γιατί ζούσαν αυτό που ζούσαν, ήξεραν ότι θα το αντέξουν αρκεί να μη σφαγιαστούν στην προκυμαία (όχι να συνωστιστούν ηλίθια, άξεστη και ανήθικη Μαρία Ρεπούση), ήξεραν ότι και χωρίς τα μπερεκέτια τους που είχαν στην Σμύρνη πάλι θα χαμογελούσαν.
Το άλλο καλάθι τους νομίζω ότι είναι ένα τρίτο, το καλάθι των 5-10 αξιών. Ηθικών αξιών. Ψυχικών χαρισμάτων ίσως. Κάποτε ο πατέρας μου σ' ένα κυριακάτικο τραπέζι που είχα μουλαρώσει και δεν ήθελα να κάτσω, πολύ πράος μου είχε πει: "Μην κάθεσαι, δεν πειράζει, ο λόγος που έχεις, για σένα είναι ισχυρός και δεν θέλω να τον παλέψω. Μα να θυμάσαι ότι το κυριακάτικο τραπέζι για μένα είναι η δύναμη για όλη τη βδομάδα που έρχεται". Πολλά χρόνια μετά, όταν πέθανε, την πρώτη Κυριακή που δεν έκατσε μαζί μας, σκέφτηκα πως και μια φορά το χρόνο να μπορούσα να ξανακάτσω μαζί του στο κυριακάτικο τραπέζι θα είχα δύναμη για όλη τη χρονιά.
Τέτοια μικροπράγματα νομίζω ότι είχε το καλάθι τους μέσα. Φέρανε μέσα στο δεύτερο καλάθι τους οικογένεια, φίλους, κυριακάτικο τραπέζι, μοίρασμα, ένα ποτήρι κρασί στα 3, μια μπουκιά ψωμί στα 10.
Πώς είναι δυνατόν να μέναν στα προσφυγικά, να κάνουν ό,τι υποδυέστερη δουλειά είχαν οι "αυτόχθονες" συμπατριώτες τους να τους δώσουν, μέχρι οι ίδιο να στήσουν τις δικές τους, κι όμως να ήταν ευτυχισμένοι; Ίσως να ήταν το κυριακάτικο τραπέζι τους. Ίσως στις παρέες τους να ήταν το δάκρυ που μοιραζόταν όταν θυμόντουσαν τη Σμύρνη τους.

Νομίζω ότι κρατάμε το ένα λάθος καλάθι, αυτό των ερωτημάτων, γιατί το άλλο των αξιών το άδειασε ύπουλα, αργά και σταθερά η ευδαιμονία. Η πραγματική κρίση δεν είναι η οικονομική, η πραγματική κρίση είναι κρίση αξιών. Είτε αυτή λέγεται ελευθερία, είτε λέγεται δικαιοσύνη, είτε λέγεται αγάπη, είτε λέγεται μοίρασμα. Η ελευθερία και η δικαιοσύνη γεννιούνται και ανατρέφονται σ' έναν μικρόκοσμο, μια μικροκοινωνία των 2 ή λίγο περισσότερων, εκεί που κυριαρχεί η αγάπη και το μοίρασμα. Αν στην κοιτίδα έχουμε πρόβλημα, μοιραία αυτό εξαπλώνεται και σ' όσα γεννιούνται μέσα σ' αυτήν. Όσους νόμους και να φτιάξεις, όσους κανόνες και να βάλεις για να εδραιώσεις την ελευθερία και τη δικαιοσύνη, άμα ο δικαστής δεν μπει στη διαδικασία της κρίσης αλλά μένει στην εφαρμογή του νόμου, τότε το μόνο που δεν έχεις είναι δικαιοσύνη.
Τα χίλια μύρια όσα κι αν συμβούν σε μια μέρα της καθημερινότητάς σου, αρκεί να ξέρεις ότι γυρνώντας στο σπίτι σου το "ανθρωπάκι" σου ή τα "ανθρωπάκια" σου θα είναι εκεί με κάποιον τρόπο. Η διαφορά του σχοινοβάτη με δίχτυ από κάτω και χωρίς. Αναγωγή αυτού στην προσωπική ζωή του καθενός και επιλύεται κάθε απορία.

Ίσως η αγνότερη βάση επανάστασης και αντίδρασης, ιστορικά μέχρι σήμερα να είναι του Γκάντι στην Ινδία. "Μη βία". Άσχετα με το πώς έγινε αντιληπτή, εφαρμόστηκε ή διαστρευλώθηκε στην πορεία της, η επανάστασή του είχε την αγνότερη βάση. "Μη βία", στηριγμένη πολύ απλά στη μελέτη του "αντιπάλου". Τι θέλει ο καλοναναθρεμμένος και με τρόπους "αντίπαλος" από μένα; Να τον προκαλέσω, προκειμένου να έχει πάτημα για να πετάξει τη μάσκα, το προσωπείο των καλών του τρόπων και ουσιαστικά έτσι να θρέψω την εξουσία του. Είναι αυτό που δεν θα του δώσω. Απλό, ε;
Πιστεύω ότι η ελευθερία μου καταπατάται από σένα, γι' αυτόν και γι' αυτόν το λόγο. Παρακαλώ να μου τη δώσεις. Δεν θα φύγω από δω αν δεν μου τη δώσεις. Θα μείνω σιωπηλός να σε κοιτάω στα μάτια μέχρι να μου δώσεις αυτό που σου αποδεικνύω ότι είναι δικό μου. Απλό, ε;
Σταματάω από σήμερα να παράγω για σένα. Σταματάω να σου πληρώνω φόρους. Σταματάω να δουλεύω για σένα. Βγάλε το στρατό σου στο δρόμο, μόνον αυτόν έχεις, βγάλε καινούργιους νόμους, μόνον αυτό μπορείς να κάνεις, κλείσε με στις φυλακές σου γιατί δεν πειθαρχώ, μόνον αυτές είναι δικές σου. Απλό, ε;
Άσχετα με τη φιλοσοφία του ανθρώπου, τη μόρφωση και την παιδεία του, ο Γκάντι εφάρμοσε τη σκέψη του, την ιδέα του, στον μικρόκοσμό του. Στην οικογένεια και στους φίλους του. Απέδειξε ότι με την αγάπη και το μοίρασμα, όλα ανεξαιρέτως είναι δυνατά. Η επιβίωση, η ψυχική ανάταση, η απόκτηση εσωτερικής δύναμης, η ευτυχία. Απλό, ε;
Από την οικογένειά του πέρασε στις διπλανές οικογένειες και από τις διπλανές στις παραδιπλανές. Κατέκτησε το χωριό, το χωριό κατέκτησε την επαρχία, η επαρχία την επικράτεια. Απλό, ε;
Πώς έγινε όμως και τον ακολούθησαν οι λίγοι έχοντες και κατέχοντες, αφού δεν ασχολήθηκε μαζί τους; Τους το είχε πει και δεν του είχαν δώσει σημασία "Όταν όλοι θα είναι μαζί μου, θα αισθανθείτε μεγάλη μοναξιά μόνοι σας". Είχε δίκιο τελικά. Απλό, ε;

Η ειδοποιός διαφορά μας είναι ότι οι Ινδοί δεν ήταν ευδαίμονες, ούτε αυθεντικά, ούτε πλαστά.
Εμείς έχουμε το πρόβλημα της "χαμένης ευδαιμονίας" κι ίσως αυτό να είναι που μας καθηλώνει στην απραξία ή στην επαναστατική βία. Η "χαμένη ευδαιμονία" είναι εγωιστική στάση.
Τι έχουμε χάσει ως άνθρωποι και σήμερα εμφανίζεται το κίνημα της "ελεύθερης αγκαλιάς"; Τι δεν δίνουμε και δεν παίρνουμε ώστε να υπάρχει τέτοιο κίνημα; Γιατί οι πρόσφυγες δεν είχαν την ανάγκη του; Γιατί οι Ινδοί δεν είχαν την ανάγκη του; Γιατί ενώ υπάρχει θεωρητικά στον μικρόκοσμό μας η αγκαλιά, αισθανόμαστε ότι μας λείπει κι ήρθε ένα κίνημα και δημιουργήθηκε; Επιστροφή και κοίταγμα στην κοιτίδα, στον μικρόκοσμο. Μονοσήμαντα ορισμένη απάντηση.Αποξένωση μέσα στον ίδιο τον μικρόκοσμο. Καχυποψία, φοβία, αντιπαλότητα, ανταγωνισμός, μειωμένη θέληση μοιράσματος. Θα έχει και άλλα 10-20.
Η αγάπη αναπτύχθηκε μέσα σε μια επίπλαστη ευδαιμονία. Όπως δεν μάθαμε να παλεύουμε με τη φύση για να αποκτήσουμε την ικανή και αναγκαία ευδαιμονία, έτσι ξεχάσαμε να παλεύουμε για την αγάπη. Τη θεωρούμε από αυτονόητη έως ανταλλάξιμη, ό,τι χωράει ανάμεσα. 
Ναι, ο τρόπος ζωής, η καθημερινόητα, οι δυσκολίες... Θα έχει κι άλλα 5-10.
Κοίτα, άμα ο τρόπος ζωής σου σού γεννάει προβλήματα, αλλάζεις τρόπο ζωής. Δεν σου φτάνουν τα λεφτά; Ανταλλακτική κοινωνία. Δώσε μου αυγά να σου δώσω γάλα. Κολλάς στο ότι η πλειοψηφία έχει μόνον υπηρεσίες για να ανταλλάξει; Είσαι στο σωστό δρόμο. Εκεί σε θέλανε! Να μην μπορείς να παράγεις τίποτε. Να μπορείς μόνον υπηρεσίες να προσφέρεις.

Αν αποδεχτείς αυτό τον τρόπο ζωής που τελικά άλλοι θέλανε κι απλώς έχεις ευχαρίστως, με την επίπλαστη ευδαιμονία, συμφωνήσει, αναγκαστικά θα πρέπει να αποδεχτείς και τα προβλήματα που σου δημιουργεί. Πάνε πακέτο.
Αν δεν τον αποδεχτείς, μοίρασε το ξεροκόμματο στα 3 κι ένα ποτήρι κρασί στα 5. Πάνε πακέτο. Τη μια θα τα βάλεις εσύ, την άλλη ο άλλος, την άλλη ο παράλλος. Μέχρι που να τελειώσουν τα ξεροκόμματα και τα ποτηράκια θα έχουμε μάθει να ξαναζούμε στην αληθινή ευδαιμονία, θα έχουμε ξαναθυμηθεί την αξία της γης, την αξία της αγκαλιάς -που δεν ανοιγοκλείνει κατά το πώς πνίγεσαι ή δεν πνίγεσαι- και το κυριακάτικο τραπέζι θα έχει όλη τη δύναμη για τη βδομάδα που θα ξεκινάει.
Take or leave it. Απλό, ε; Άμα take το ένα leave το άλλο κι αντίστροφα.

Ο άνθρωπος, μπαρμπα-δανειστή και κυρα-αγορά, όλα τα μπορεί. Ό λ α!
Ακόμα και με τη Ζωή μπορεί να τα φτιάξει. Απλώς καμιά φορά χρειάζεται η εκκωφαντική σιωπή της "μη βίας", αυτή που σε συνθλίβει στερώντας σου τη μοναδική χαρά που έχεις. Την εξουσία πάνω του. Ένα πράγμα φοβάται ο Φόβος, το να μην τον φοβάσαι.

Θέλεις να τα φτιάξουμε ζωή μου;



Σάββατο, 20 Αυγούστου 2011

Ρότα για τη Γαύδο...









Να κάνεις όνειρα για σένα και για τους άλλους, να μοιράζεσαι όνειρα με τους άλλους, να πραγματοποιείς όνειρα δικά σου ή/και των άλλων, να κάνεις δικό σου ένα κομμάτι από το όνειρο ενός άλλου... Σε κανονικές συνθήκες είναι μια φυσιολογική λειτουργία του ανθρώπου. Αν οι συνθήκες δεν είναι κανονικές ή στην πορεία αλλάξουν όμως; Κι αν αυτό αισθάνεσαι ότι συμβαίνει σχεδόν πάντα, αν συμβαίνει πάντα; Αργά η γρήγορα φτάνεις στο σημείο, τουλάχιστον, να μην κάνεις όνειρα, αν όχι να τα σιχαίνεσαι. Οχυρώνεσαι στην καθημερινότητά σου, νεκρώνεις το τμήμα του εγκεφάλου που γεννιούνται τα όνειρα και προχωράς. Σου μοιάζει για καλό. Σταματάς να πληγώνεσαι, νοιώθεις δυνατός. Μερικές φορές όμως, μερικές...

Ήταν κάποτε ένας αθλητής δρομέας ταχύτητας, δεν θυμάμαι πώς τον λέγανε. Από μικρός ονειρευόταν να τρέξει σε αγώνες στίβου ταχύτητας...Όπου στεκόταν κι όπου βρισκόταν το έλεγε, αυτό θέλω να κάνω, αυτό έχω μέσα μου... Όταν περπάταγε, περπάταγε σαν να μην πατούσε στη γη... Απ' όσους τον άκουγαν κανένας δεν τον πίστευε. Αυτό κρατούσε πολύ καιρό, μεγάλωσε, άρχισε να ασχολείται με το στίβο, έτρεχε, έτρεχε, έτρεχε...Ήταν σχεδόν ευτυχισμένος...Παρόλα αυτά όμως κανένας δεν τον πίστευε... Κι αυτό κρατούσε πολύ καιρό. Έτρεχε όλο και λιγότερο, όλο και πιο αργά. Μια μέρα έφαγε μια φλασιά, πήγε σ' ένα ξυλάδικο. Έβαλε τα πόδια του κάτω από την πριονοκορδέλα και τα έκοψε. Πήρε τα πόδια στην πλάτη του και σύρθηκε μέχρι το δρόμο. Σταμάτησε αμέσως ένα αυτοκίνητο, σταμάτησαν κι άλλα από πίσω του. Όλοι, μα όλοι, τον είχαν λυπηθεί. Τους ζήτησε να τον πάνε στο γήπεδο, στο στίβο. Τον πήγανε, έδειξε τα πόδια του στον κόσμο και τους είπε: "Δίκιο είχατε". Όλοι χάρηκαν που αποδείχτηκε επιτέλους το δίκιο τους. Αυτοί που τον κουβάλησαν ήταν συγκινημένοι, ακόμα και σ' αυτή την κατάσταση ο άνθρωπος που κουβάλησαν, αναγνώρισε το δίκαιο. Αυτός έμεινε απλώς ανάπηρος για όλη την υπόλοιπη ζωή του.

 Δεν έχει να κάνει με τον άνθρωπο που μοιράζεται το όνειρό του μαζί σου και σου λέει το πόσο ευτυχισμένος είναι με αυτό του το μοίρασμα. Έχει να κάνει με το πόσο αποφασιμένος ήταν να το μοιραστεί μαζί σου, μ' εσένα που επέλεξε να το μοιραστεί. Πόσο ικανοποιημένος ήταν με την επιλογή του. Δεν αποκλείεται κάποτε να σου είχε πει και πόσο πλήρης αισθανόταν μαζί σου, πόσο ευτυχισμένος, τόσο μάλλον που μοιράστηκε ακόμα και τα όνειρα ζωής του. Λίγο πολύ σαν τα όνειρα που έκανε όταν έπαιρνε δάνειο για διακοπές ή φόρτωνε αλόγιστα τον πραγματοποιητή των ονείρων του, την πιστωτική του κάρτα.

Όταν το "συμφέρον" του άλλου, για οποιονδήποτε λόγο, πάψει να υφίσταται, όταν αλλάξει την απόφασή του να μοιραστεί, όταν βρήκε κι άλλον να μοιραστεί, όταν ο εγωισμός του επαναστατήσει, όταν το παρελθόν του ξυπνήσει, όταν, όταν, όταν... Τότε μένεις μόνος σου με το κομμάτι του ονείρου που σου έλαχε, χωρίς μια λέξη, χωρίς να σου εξηγούνε τίποτε, άντε στην καλύτερη περίπτωση να μασηθεί μια δικαιολογία. Κι ας φωνάζεις καμιά φορά "να παλεύεις το αδύνατο, ρε". Να παλεύεις το αδύνατο αν η προβολή της πραγματοποίησης του ονείρου σού δίνει περισσότερη ευτυχία από τον κόπο του αγώνα. Τίποτε. Λόγια, μόνο λόγια. Όμορφα, γλυκά, ερωτεύσιμα. Πιστεύεις, ξαναπιστεύεις για την ακρίβεια, δίνεσαι, αφήνεσαι και μετά σου αποκαλύπτεται το κενό των λόγων. Σαν τα πανέμορφα δέντρα που το κενό, την κουφάλα, την έχουν μόνο στη μια τους πλευρά, από την άλλη είναι ένα τέλειο γέρικο, αιωνόβιο δέντρο. Κι είναι καλά όταν είσαι παιδί, δεν σε πειράζει το κενό του, η κουφάλα του... Μπορείς να παίξεις εκεί μέσα κρυφτό ή να το ονομάσεις σπίτι σου και να προσποιείσαι ότι κατοικείς εκεί μέσα, ένα συνηθισμένο θεατρικό των παιδιών. Όταν όμως έχεις μεγαλώσει, τα πράγματα είναι λίγο πιο δύσκολα, πονάνε παραπάνω, σε αδειάζουν, σε φέρνουν αντιμέτωπο με τον κακό σου εαυτό, αυτόν τελικά που έχεις κάθε φορά να παλεύεις για να μη γίνεις "ίδιος".

Το παρελθόν μας είναι η ωχρά σπειροχαίτη του συναισθήματός μας. Μ' αυτή την έννοια το συναίσθημα τελικά είναι δεσμευμένο στο παρελθόν και καθοδηγούμενο, σε μερικές περιπτώσεις από αυτό. Ακόμα και τις ελάχιστες φορές που μπόρεσε να το σκάσει από τα δεσμά του, γιατί ναι -κάποτε συμβαίνει κι αυτό, είναι θέμα χρόνου ο δεσμοφύλακας, το παρελθόν, να ξυπνήσει. Κι ενώ τελικά ακούς το άτονο και επίμονο "έτσι είμαι", εσύ μένεις άγαλμα. Άγαλμα με το όνειρο, που σου γέννησε κι έγινε δικό σου, ματωμένο να το κρατάς στα χέρια σου. Η δέσμευση του συναισθήματος στο παρελθόν δεν είναι "απόκτηση εμπειρίας", είναι το άλλοθι στον εαυτό του να μην αφήσει κάποιον να τον ξαναπληγώσει. Αυθυποβολή. Κι ενώ το συναίσθημα, το αληθές και βαθύ, έχει επαναστατήσει, χρησιμοποιεί τη λογική για να καταστείλει την επανάσταση, ουσιαστικά να ξαναγυρίσουν όλα εκεί που ήταν πριν την επανάσταση. Κατασταλθέν συναίσθημα πολλάκις τείνει να είναι ένα ευνουχισμένο συναίσθημα. Το επόμενο ή το ίδιο όνειρο θα δείχνει ακόμα πιο μακρινό, ακόμα πιο άπιαστο. Θα πεθάνει με όνειρα μιας ζωής. Συναισθηματικά ίσως ήδη να έχει πεθάνει. Θα τον κλάψουν πολλοί, μα πιο πολύ αυτοί με τους οποίους μοιράστηκε τα όνειρα ζωής του. Παρόλα αυτά είχε εναλλακτική λύση. Να χρησιμοποιήσει τη λογική για να λύσει τα προβλήματα που πιθανόν γεννήθηκαν με την επανάσταση του συναισθήματος. Το συναίσθημα στοχοποιεί, η λογική επιτυγχάνει. Επιλογές... Τι χρωστάς εσύ; Μάλλον τίποτε. Όπως σε κάθε κρίση "συνείδησης", "ορθής λογικής", "σωτηρίας", καλείσαι να πληρώσεις αυτό που δεν χρωστάς, αυτό που δεν σου αξίζει, αυτό που δεν μπόρεσε αυτός να πιστέψει για σένα. Κάτι σαν το "μαζί τα φάγαμε".
Και τι έγινε; Και εις άλλα με υγεία. Μπροστά και μόνο μπροστά. Μπροστά, λοιπόν, μπροστά προς τον τοίχο που θα συνθλίψει το ξύπνημα του συναισθήματος και να το επαναφέρει στα δεσμά του παρελθόντος του. Αέναα, ανελέητα.

Έχουν δουλειά οι ψυχολόγοι, γιατί εμείς τελικά βαρεθήκαμε, κουραστήκαμε ή βολευτήκαμε στην κατάσταση αυτή. Ίσως γιατί είναι πολύ εύκολο πια να βρει τον επόμενο άνθρωπο να μοιραστεί το ίδιο ή άλλο όνειρο. Και ξανά, ξανά και ξανά. Δεν παλουκώνεται ποτέ και πουθενά. Πάντα του λείπει κάτι, πάντα θα ήθελε κάτι παραπάνω από τον άλλο και όλο ψάχνει ή όλο περιμένει. Δέσμιος της συναισθηματικής βλακείας. Δεν αγαπά τελικά τα ελαττώματα ή τις ατέλειες του άλλου, παρά το ότι διατείνεται ότι αισθάνεται πλήρης μαζί του. Λάθος αίσθηση της πληρότητας ή λάθος έκφραση; Μάλλον ξέχασε το βασικότερο όλων. "Αυτό που οι σκύλοι βαφτίσαν αγάπη". Το ένα και μοναδικό που όσο εξυψώνει ή μπορεί ν' ανεβάζει το λήπτη ή δότη στον ουρανό, σαν αετός να πετάει, άλλο τόσο μπορεί να τον κάνει να κόψει τα πόδια του στην πριονοκορδέλα. Τρύπιος κουβάς πια εκεί που μαζεύεται η αγάπη του.
Κι αλίμονο αν ο δικός σου ο κουβάς δεν είναι τρύπιος. Μένει πάντα εκεί μέσα η αγάπη και δεν μπορεί να φύγει, να ξεγλιστρίσει, να ξεχειλίσει μόνον μπορεί ίσως ακόμα και να σε πνίξει. Ο άλλος είναι πια μπροστά, έφυγε γοργοφτέρουγος για το επόμενο παιχνίδι κι ώρες ώρες στην επιφάνεια της δικιάς σου καρδάρας βλέπεις να αναβοσβήνει το "Game over". Και να πεις ότι έπαιζες... Χαλάλι τότε να το έβλεπες.
Γέμιζες την καρδάρα λεπτό το λεπτό, ώρα την ώρα, μέρα τη μέρα. Είχες βάλει τους χάρτες κάτω κι έβγαζες τη ρότα σου, αυτό που λέγατε ρότα σας για το νησί της Γαύδου. Εκεί που τελειώνει κάτι. Πέρα από αυτή την άκρη είναι κάτι ξένο, δεν είναι πατρίδα σου. Η πατρίδα σου τελειώνει εκεί, στη Γαύδο, εκεί που υλοποίησες το όνειρό του, αυτό που μοιράστηκε μαζί σου κι έγινε και δικό σου, αυτό που σου είπε ότι είναι όνειρο ζωής του. Το ακροτελεύτιο σημείο αυτού που έλεγε όνειρο ζωής του και επέλεξε να το υλοποιήσετε μαζί. Κι όπως όλα τα ακροτελεύτια, κάπου κι αυτό επαφίεται, "η πραγματοποίηση του ονείρου επαφίεται στο αμόλυντο και αναλλοίωτο συναίσθημα της αγάπης".

Αυτοσεβασμός, σεβασμός, αλληλοσεβασμός. Μ' αυτή τη σειρά. Οποιαδήποτε άλλη δεν οικοδομεί τίποτε άλλο παρά σύμβαση με τη μίζερη πραγματικότητα και γεννάει όνειρα με κοντά, πήλινα, ασθενικά ποδάρια.
Συχνά πια, επικίνδυνα συχνά, χαράζοντας τη ρότα σου για τη Γαύδο "σας", μένεις στον Πειραιά με το εισιτήριο για Κρήτη, έτοιμος να το σκίσεις, να το λατρέψεις, να το μισήσεις, να το αφήσεις στον ήλιο να ξεθωριάσει, να το κάνεις χάρτινο καραβάκι, τουλάχιστον αυτό να φτάσει στη Γαύδο "σας".