Αριστοτέλης: Η ελάχιστη αρχική απόκλιση από την αλήθεια πολλαπλασιάζεται στη συνέχεια χιλιάδες φορές ---- Κικέρωνας: Ο χρόνος είναι ο κήρυκας της αλήθειας ---- Πίνδαρος: Ν’ ακονίζεις τα λόγια σου στο ακόνι της αλήθειας ---- Σοφοκλής: Το ψεύδος ουδέποτε ζει να γεράσει ---- Πυθαγόρας: Το να αποσιωπάς την αλήθεια είναι σα να θάβεις το χρυσάφι ---- Χίλων: Κάμε κτήμα σου την αλήθεια

Κυριακή, 15 Αυγούστου 2010

Η σταλαγματένια βασιλοπούλα










Ένα παραμυθάκι ειπωμένο στην κορούλα μου το Πάσχα του 2010 και γραμμένο σήμερα, ανήμερα της γιορτής της, κοντά στα πέντε της...


Πριν από πάρα πολλά χρόνια, σε μια τεράστια πεδιάδα ανάμεσα σε τρία βουνά, υπήρχε ένα μεγάλο χωριό. Οι κάτοικοί του είχαν τα ζώα τους και τα χωράφια τους και από αυτά έπαιρναν ό,τι τους χρειαζόταν για τη ζωή τους. Δεν τους έλειπε τίποτε. Όλη μέρα δούλευαν με τα ζώα τους και στα χωράφια τους και το βράδυ μαζεύονταν στα σπίτια τους, στις γειτονιές και κάθονταν και εξιστορούσαν πώς πέρασαν τη μέρα τους. Τα παιδιά τους άλλοτε έπαιζαν τα δικά τους παιχνίδια κι άλλοτε κάθονταν και άκουγαν τους παππούδες και τους πατεράδες τους να λένε ιστορίες από τα παλιά.
Πάνω στην πλατεία, απέναντι από την εκκλησίτσα του Άι-Στράτη, που ήταν ο προστάτης του χωριού, έμενε ο άρχοντας του χωριού με την πανέμορφη γυναίκα του, την αρχόντισσα. Το σπίτι τους ήταν όπως και των άλλων του χωριού. Αν δεν σου έλεγαν ότι αυτός ήταν ο άρχοντας κι αυτό το σπίτι του δεν μπορούσες να το καταλάβεις μόνος σου.
Όλοι οι κάτοικοι του χωριού ήταν ευτυχισμένοι και ζούσαν αγαπημένοι κι είχαν πάντα τον άρχοντά τους να τους προσέχει και να τους φροντίζει αν κάτι δεν πήγαινε καλά με τις σοδειές τους ή τα ζώα τους. Μια φορά τη βδομάδα ο άρχοντας καλούσε όλο το χωριό στην εκκλησία, μπροστά στην εκκλησίτσα του Άι-Στράτη κι έκανε ένα γλέντι για όλους τους.

Ένας μόνον καημός βάραινε τον άρχοντα και την αρχόντισσα, χρόνια παντρεμένοι δεν μπόρεσαν να κάνουν ένα παιδάκι, ένα δικό τους παιδάκι. Μα και πάλι δε ζήλευαν τους κατοίκους του χωριού που είχαν παιδιά. Είναι όλα τους παιδιά μας, έλεγαν και τα φρόντιζαν πραγματικά σαν να ήταν δικά τους.
Ένα βράδυ, ήρθε στον ύπνο του άρχοντα ο Άι-Στράτης και του είπε:
- Άρχοντά μου! Ξέρω τον καημό το δικό σου και της γυναίκας σου. Έλα αύριο το πρωί στο εκκλησάκι μου, μόνος σου, να σου πω τι θα γίνει.
Την άλλη μέρα ο άρχοντας με το που ξύπνησε, ετοιμάστηκε γρήγορα κι έτρεξε στην εκκλησιά απέναντι από το σπίτι του. Μπήκε μέσα και ζήτησε από τον παπά να τον αφήσει μόνο του με τον Άγιο. Στάθηκε απέναντι από την εικόνα του κρατώντας αναμμένο το κερί του και είπε:
- Ήρθα Άγιε μου και σε περιμένω.
Δεν περίμενε πολύ. Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα της εκκλησίτσας πίσω του, μπήκε ένας αέρας, η πόρτα ξανάκλεισε. Ένοιωσε να κρυώνει από τον αέρα, μα τι περίεργο… Η φλόγα του κεριού ούτε καν τρεμόπαιξε. Κοίταξε την εικόνα του Άγιου στην εικόνα και ο Άγιος δεν ήταν εκεί. Η εικόνα ήταν άδεια μα άκουσε τη φωνή του Άγιου:
- Άρχοντά μου! Η τεράστια πεδιάδα σας έχει μόνον άρχοντες στα χωριά, δεν έχετε βασιλιά. Είναι θέλημα του Θεού να γίνεις εσύ ο βασιλιάς. Θα πρέπει όμως να φύγεις από το χωριό. Θα πας να βρεις έναν τόπο στην άκρη της πεδιάδας που τον λένε Πετρωτό κι εκεί θα δεις έναν τεράστιο βάτο μέσα στην ερημιά. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο γύρω. Θα ξεριζώσεις το βάτο και θ’ αρχίσεις να σκάβεις. Μόλις σκάψεις λίγο θα δεις να ανοίγεται μπροστά σου μια τεράστια σπηλιά που όμοιά της δεν υπάρχει πουθενά. Μην τρομάξεις από αυτά που θα δεις μέσα. Είναι το θαύμα του Θεού που ακόμα δεν έχουν δει οι άνθρωποι. Εκεί θα είναι το βασίλειό σου, εκεί θα πάρεις και την αρχόντισσα να γίνει βασίλισσα. Εκεί θα γεννηθεί από το Θεό κάποια μέρα το παιδί σας.
Ο αέρας ξαναφύσηξε, ο Άγιος ξαναφάνηκε στην εικόνα.
Ο άρχοντας σαστισμένος βγήκε από την εκκλησίτσα και πήγε προς το σπίτι του. Μάζεψε μερικά πράγματα, πήρε τα εργαλεία του για να σκάψει, χαιρέτησε την αρχόντισσα και έφυγε, λέγοντάς τη μόνον ότι πάει να βρει το θαύμα του Θεού.
Περπατούσε για μέρες από χωριό σε χωριό και ρώταγε όλους τους ανθρώπους που συναντούσε πού ήταν το Πετρωτό. Κανένας δεν τον είχε ακούσει όμως αυτό τον τόπο. Ο άρχοντας άρχισε να απελπίζεται. Είχε γυρίσει πια όλα τα χωριά και κανένας δεν ήξερε να του πει κατά πού ήταν αυτός ο τόπος που λεγόταν Πετρωτό. Είχε αποφασίσει να ξαναγυρίσει στο χωριό του και να ζητήσει τη βοήθεια του Άγιου, αφού μόνον εκείνος του είχε πει για αυτό τον τόπο που τον λέγανε Πετρωτό.
Το βράδυ έπεσε να κοιμηθεί και στον ύπνο του ξαναήρθε ο Άγιος και του είπε:
- Αύριο το πρωί που θα ξυπνήσεις δεν θα πας εκεί που λέει το μυαλό σου, αλλά θα ακολουθήσεις τα πόδια σου. Εκεί που θα σε πάνε, εκεί είναι το Πετρωτό.

Την άλλη μέρα ο άρχοντας ξύπνησε και ετοίμασε τα πράγματά του. Περίμενε κάμποση ώρα και ξαφνικά τα πόδια του άρχισαν να κουνιούνται με δύναμη. Δεν προσπάθησε να τα σταματήσει. Έκανε αυτό που του είπε ο Άγιος, τα ακολούθησε. Περπάταγε όλη τη μέρα σχεδόν. Το απογευματάκι είδε ότι πια γύρω του δεν υπήρχαν δέντρα και χορτάρια και λουλούδια μονάχα κάτι περίεργες μεγάλες πέτρες. Ήταν σαν σφουγγάρια και το χρώμα τους ήταν άσπρο. Κοίταξε γύρω του, δεν υπήρχε τίποτε. Μήτε χωριά, μήτε άνθρωποι, μήτε ζώα, μήτε χωράφια. Μοναχά το χώμα κι αυτές οι περίεργες άσπρες πέτρες.
Σκοτείνιαζε πια όταν είδε το βάτο που του είχε πει ο Άγιος. Τα πόδια του, παρά που όλη μέρα περπάταγαν, άρχισαν να τρέχουν. Έφτασε στο βάτο λίγο πριν χαθεί το τελευταίο φως της μέρας.
Κοιμήθηκε δίπλα στο βάτο. Το πρωί άρχισε να ξεριζώνει το βάτο με όλη του τη δύναμη κι έπιασε να σκάβει, από εκεί που έβγαλε το βάτο, το λάκκο που του είχε πει ο Άγιος. Αφού έσκαψε λίγο, ξαφνικά, βρέθηκε μπροστά σ’ έναν βράχο, όμοιο με αυτούς που είχε δει καθώς ερχόταν. Άρχισε με την αξίνα του να τον σπάει. Σε λίγο τον είχε σπάσει όλον και από πίσω φάνηκε μόνον το σκοτάδι. Άφησε την αξίνα του κάτω και ανέβηκε πάλι επάνω να πάρει το φανάρι του. Ξανακατέβηκε και με αναμμένο το φανάρι μπήκε στο άνοιγμα που είχε αφήσει ο βράχος όταν έσπασε.
Έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Η σπηλιά ήταν τεράστια και πανύψηλη. Όσο έφεγγε το φαναράκι του μπορούσε να δει κάτι περίεργα σχήματα που είχαν οι βράχοι. Άλλοι ήταν σα να είχαν φυτρώσει στη γη κι άλλοι κρέμονταν από πάνω πολύ ψηλά σα να ήταν τα δάχτυλα του Θεού κι όλων των αγίων. Μερικοί έφταναν από την οροφή της σπηλιάς μέχρι κάτω στο έδαφος. Έμεινε να τους κοιτάει με το στόμα ανοιχτό κι όλο προχωρούσε μέσα στη σπηλιά αργά. Έφτασε σε μια λιμνούλα που από μέσα της ξεφύτρωναν αυτοί οι περίεργοι γυαλιστεροί βράχοι και είχαν το σχήμα ψαριών.
Ξαφνικά ένας από τους βράχους κινήθηκε. Από ψάρι που ήταν πήρε τη μορφή του Άγιου και του μίλησε:
- Βασιλιά μου! Αυτό είναι το θαύμα που σου είχα πει. Εδώ μέσα θα είναι το παλάτι σου. Δεν θα φτιάξεις τίποτε, τα έχει φτιάξει όλα για σένα ο Θεός. Όλη η σπηλιά είναι γεμάτη από δωμάτια με έπιπλα φτιαγμένα από αυτά τα περίεργα βράχια. Βαθιά μέσα στη σπηλιά είναι η αίθουσα της κορώνας και η αίθουσα του θρόνου. Βασιλιά μου! Πήγαινε να φέρεις τη βασίλισσα κι όλους τους δικούς σου ανθρώπους του σπιτιού να μείνετε στο παλάτι σας. Εδώ θα γεννηθεί το παιδί σας.

Ο βασιλιάς έφυγε τρέχοντας να κάνει ό,τι του είχε πει ο Άγιος. Σ’ όλο το δρόμο ο κόσμος τον χαιρετούσε σα βασιλιά, τον φώναζαν «Βασιλιά μου». Από στόμα σε στόμα ο κόσμος άρχισε να μαθαίνει για το νέο βασιλιά και για το περίεργο παλάτι που είχε φτιάξει ο Θεός με τους γυαλιστερούς βράχους με τα σχήματα.
'Εφτασε στο χωριό του κάποια μέρα, μάζεψε τους χωρικούς του που όλοι είχαν μάθει πια την ιστορία και τους ζήτησε όλοι μαζί να φτιάξουν μια καινούργια εκκλησία μεγάλη και όμορφη στη θέση της παλιάς χωρίς όμως να γκρεμίσουν την παλιά για να τιμήσουν τον Άγιο και προστάτη τους. Έστειλε εργάτες στο Πετρωτό να ανοίξουν καλά την είσοδο της σπηλιάς και να την κάνουν μια όμορφη μεγάλη πύλη με κόκκινη πόρτα κι απ’ έξω να γράψουν «Η απάντηση του σκότους στα έργα του φωτός». Στο σπίτι ζήτησε απ’ όλους να ετοιμαστούν αλλά στη βασίλισσα δεν είπε αυτά που του είπε ο Άγιος για το παιδί τους. Η βασίλισσα τον ρώτησε:
- Άρχοντα και βασιλιά μου; Τι θα γίνει το χωριό μας χωρίς άρχοντα; Τι θα γίνουν όλα αυτά τα παιδιά που τα είχαμε σαν παιδιά μας;
Ο βασιλιάς της απάντησε:
- Μην ανησυχείς αγαπημένη μου βασίλισσα. Θα φτιάξω τον πιο όμορφο κήπο έξω από το παλάτι μας με το πιο όμορφο συντριβάνι στη μέση του γι’ αυτά τα παιδιά.
Σε μερικές μέρες κίνησαν όλοι μαζί για το Πετρωτό. Όταν έφτασαν, είδε ο βασιλιάς την πύλη που είχαν φτιάξει οι εργάτες και έμεινε πολύ ευχαριστημένος από τη δουλειά τους. Ζήτησε από όλους να μείνουν πίσω για να μπει ο ίδιος μόνον με τη βασίλισσα μέσα. Όλα τα φανάρια ήταν αναμμένα και η βασίλισσα δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια της με αυτά που έβλεπε μόλις έκανε τα πρώτα βήματά της μέσα στο παλάτι τους.
Έφτασαν με το βασιλιά στο πρώτο ξέφωτο που έμοιαζε με τη μεγάλη σάλα των ξένων που είχαν τα παλάτια. Ξαφνικά ακούστηκε η φωνή του Άγιου:
- Βασιλιά μου και βασίλισσά μου, σταθείτε εκεί που είστε και κοιτάξτε προς τον ουρανό!
Έκαναν και οι δυο τους αυτό που ζήτησε ο Άγιος. Στην οροφή της σπηλιάς, του παλατιού τους, ήταν σχηματισμένη από γυαλιστερό βράχο η Παναγία που κρατούσε τον κρίνο. Έτσι όπως την κοίταξαν έκαναν το σταυρό τους και τότε από τον κρίνο άρχισαν να πέφτουν χοντρές σταλαγματιές μπροστά ακριβώς από τα πόδια τους. Έπεσαν 3 σταλαγματιές. Η βασίλισσα έσκυψε να τις ακουμπήσει. Η μια ήταν παγωμένη, η άλλη ήταν ζεστή κι η τρίτη είχε ένα όμορφο ροζ χρώμα.
Ακούστηκε πάλι ο Άγιος:
- Αυτές οι σταλαγματιές είναι το παιδί σας. Από σήμερα και για έξι μερόνυχτα θα πέφτουν σταλαγματιές από την Παναγία για να γεννηθεί το παιδί σας. Κανένας δεν θα μπει στο παλάτι μέχρι τότε. Ούτε εσείς. Στη γαλήνη και στο σκοτάδι θα γεννηθεί το παιδί σας.
Σταυροκοπήθηκαν ο βασιλιάς με τη βασίλισσα και βγήκαν από το παλάτι για να γίνει ό,τι είχε πει ο Άγιος.
Ο βασιλιάς ασχολήθηκε με τους εργάτες να φτιάξουν τον κήπο με το συντριβάνι που είχε πει στη βασίλισσα και η βασίλισσα με τις γυναίκες του σπιτιού να ετοιμάσουν τα πράγματα του παιδιού που θα ερχόταν. Η βασίλισσα ζήτησε από όλες τις γυναίκες ό,τι έφτιαχναν για το παιδί να είναι κόκκινα.
Οι μέρες πέρασαν γρήγορα και έφτασε η έκτη μέρα. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα πέρασαν γρήγορα την κόκκινη πύλη και μπήκαν στο παλάτι τους και προχώρησαν στο πρώτο ξέφωτο.
Ένα πέτρινο, ολόλευκο, υγρό και δροσερό κοριτσάκι τους περίμενε εκεί που είχαν πέσει οι σταλαγματιές. Η βασίλισσα πρώτη το ακούμπησε. Το παιδί τους ήταν ένα άγαλμα. Έκανε μερικά βήματα πίσω. Δεν ήξερε τι να κάνει. Από τη μια ήταν το θαύμα που γεννήθηκε αυτό το παιδί κι από την άλλη ότι ήταν πέτρινο.
Ο βασιλιάς κατάλαβε και το θαυμασμό και τον πόνο της βασίλισσάς του.
- Εμείς θα της δώσουμε την αγάπη κι αυτό θα είναι η πνοή της για να ζήσει, της είπε.
Την πήρε από το χέρι και πλησίασαν μαζί το αγαλματένιο κοριτσάκι τους.
- Εσύ από τη μία κι εγώ από την άλλη, της είπε.
Έκλεισαν τα μάτια τους, έσκυψαν και φίλησαν το πέτρινο κοριτσάκι τους στα μάγουλά του.
Το πέτρινο κοριτσάκι, το φτιαγμένο από τις σταλαγματιές μαλάκωσε. Άρχισε να ανασαίνει, το πρόσωπό του πήρε χρώμα. Τα μαλλιά του πήραν χρώμα και μορφή. Έγιναν καστανά και κατσαρά. Τα μάτια του τρεμόπαιξαν και πήραν το χρώμα του σκούρου μελιού. Τα ρούχα του από άσπρα και πέτρινα έγιναν κόκκινα και βελούδινα. Κίνησε τα χεράκια του να πιάσει το βασιλιά και τη βασίλισσα.
- Καλώς ήλθες βασιλοπούλα μου στη ζωή, της είπε ο βασιλιάς.
- Καλώς ήλθες βασιλοπούλα μου στο παλάτι σου, της είπε η βασίλισσα.
Το κοριτσάκι δεν μίλησε, τους έσφιξε τα χέρια με τα χεράκια του και τους τράβηξε να κινήσουν προς τα μέσα στο παλάτι. Σταμάτησαν στη λίμνη που ο βασιλιάς είχε δει τον Άγιο και τους είπε που του είχε μιλήσει.
Έφτασαν στην αίθουσα του θρόνου. Τρεις αγαλμάτινοι θρόνοι ήταν φτιαγμένοι εκεί. Έκατσαν και κανένας τους δεν μπορούσε πια να μιλήσει.

Οι χωρικοί έξω από το σπηλιοπάλατο ανησύχησαν γιατί ο βασιλιάς και η βασίλισσα έλειπαν πολύ ώρα.
- Να μπούμε μέσα, είπε ένας από τους γέροντες. Μπορεί ο βασιλιάς να είπε να τον περιμένουμε μα είναι πολύ η ώρα που λείπουν. Δεν θα μας μαλώσει. Ο βασιλιάς μας ποτέ δεν φώναξε σε άνθρωπο.
Μαζεύτηκαν λοιπόν οι γεροντότεροι, άντρες και γυναίκες και έσπρωξαν την κόκκινη πύλη με όση δύναμη είχαν για ν’ ανοίξει.
Έμειναν άφωνοι με αυτό που είδαν. Έκαναν το σταυρό τους και κατάλαβαν γιατί ο βασιλιάς τους ζήτησε να φτιάξουν εκείνη την επιγραφή στην πύλη. Ο καθένας τους έβλεπε κι από ένα σχήμα φτιαγμένο από αυτές τις περίεργες γυαλιστερές πέτρες, αυτές που άλλες κρέμονταν από την οροφή, άλλες ήταν φυτρωμένες στη γη κι άλλες έφταναν από την οροφή μέχρι τη γη. Είχαν σχεδόν όλα τα σχήματα που υπήρχαν στη γη. Δέντρα, ποτάμια, μέδουσες, ψάρια, λουλούδια, ζώα, πουλιά.
Προχώρησαν όλο και πιο βαθιά μέσα στη σπηλιά κοιτώντας συνέχεια γύρω τους το στόλισμά της. Κάποια στιγμή μετά από αρκετή ώρα έφτασαν στην αίθουσα του θρόνου και τότε είδαν το βασιλιά τους και τη βασίλισσά τους καθισμένους στους πέτρινους θρόνους τους και το όμορφο κοριτσάκι δίπλα τους. Το κοριτσάκι χαμογέλασε στους γέροντες κι έκανε μια βαθιά υπόκλιση τραβώντας στις άκρες λίγο το κόκκινο βελούδινο φορεματάκι του. Μετά στριφογύρισε σα μπαλαρίνα ανάμεσά τους σα να χόρευε πάνω στον πάγο.
Πριν οι γέροντες προλάβουν να ρωτήσουν κάτι τους πρόλαβε ο βασιλιάς.
- Αυτή είναι η κόρη μας. Η κόρη που μας έστειλε ο Θεός με τον Άι-Στράτη. Έξι μέρες φτιαχνόταν σταλαγματιά σταλαγματιά από τον κρίνο της Παναγίας.
Το κοριτσάκι ξαναγύρισε στο μικρό γυαλιστερό πέτρινο θρόνο του.
- Και πώς τη λένε τη βασιλοπούλα, βασιλιά μας, ρώτησαν κάποιοι από τους γέροντες.
- Με τη βασίλισσα είπαμε να την ονομάσουμε Σταλαγματένια αφού έτσι γεννήθηκε.
Από το βάθος των γερόντων ακούστηκε η φωνή της μεγαλύτερης γερόντισσας του χωριού.
- Όχι βασιλιά μου! Δεν είναι αυτό το όνομα που της πρέπει. Είστε όλοι μικρότεροί μου εδώ μέσα κι ίσως να μη τα θυμάστε. Εσένα βασιλιά μου όταν γεννήθηκες σε ονόμασαν Αλέξανδρο, μα με τα χρόνια κι όσο μεγάλωνες όλοι έλεγαν ο άρχοντας ο Λέοντας. Ήσουνα θαρραλέος σα το λιοντάρι, είχες μαλλιά σα τη χαίτη του λιονταριού κι ήσουνα άρχοντας όπως το λιοντάρι στη ζούγκλα. Κι εσένα βασίλισσα όταν γεννήθηκες σε ονόμασαν Καισαρεία μα όσο μεγάλωνες και ομόρφαινες, όλο και πιο πολύ έλαμπες, ό,τι και να φόραγες αστραποβολούσε πάνω σου. Περπάταγες τη νύχτα και φώτιζε ο τόπος κι οι καρδιές των ανθρώπων. Είχες πάντα ένα χαμόγελο φωτεινό σαν τον ήλιο στο πρόσωπό σου κι έτσι όλοι σε έλεγαν Φωτεινή κι έτσι έμεινε το όνομά σου.
- Και πώς λες, λοιπόν, σεβαστή γερόντισσα να βγάλουμε τη βασιλοπούλα μας κι έτσι να μείνει το όνομά της σε όλη της τη ζωή;
Η γερόντισσα έσκυψε το κεφάλι και σκέφτηκε, σήκωσε το κεφάλι της, σταυροκοπήθηκε κι είπε στο βασιλιά:
- Το όνομά της να είναι Αιστράτη από το όνομα του Άγιου του χωριού μας και ένα λάμδα στο όνομά της να δείχνει πάντα το όνομα του πατέρα της.
Ο βασιλιάς κοίταξε τη βασίλισσά του, εκείνη έγνεψε ναι, μετά κοίταξε τους γερόντους κι όλοι κούνησαν το κεφάλι λέγοντας «ναι» κι ο βασιλιάς γύρισε στην κόρη του και της είπε:
- Βασιλοπούλα μου! Από σήμερα το όνομά σου θα είναι Αλιστράτη, στο Πετρωτό θα είναι το παλάτι σου και το όνομά σου και η ιστορία σου θα γίνουν γνωστά σ’ όλο τον κόσμο κι όλοι θα μιλάνε για την Αλιστράτη και το παλάτι της με την κόκκινη πύλη και την επιγραφή της.


Δεν πρόλαβα να πω «και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα».
Η πριγκηπέσα μου είχε αποκοιμηθεί στο μπράτσο μου, αγκαλιά με το γκρι γατάκι της, μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη που έμαθε πια με ποιόν τρόπο είχε γεννηθεί η αγαπημένη της βασιλοπούλα η Αλιστράτη.